Ο Ιάσονας και η Μήδεια (Μέρος 2ο)

Σιγά-σιγά και μαρτυρικά, πεθαίνοντας τα πρόσωπα που άμεσα σχετίζονταν με την καινούρια ζωή που επιχείρησε να κάνει ο Ιάσονας, ήταν επόμενο αυτός να πονέσει, πράγμα που, άλλωστε, επιζητούσε η Μήδεια. Μα δεν αρκέστηκε σ’ αυτή την τιμωρία ο πληγωμένος εγωισμός της. Έφτασε σε τέτοιο βαθμό εκδικητικότητας, που αποφάσισε να θυσιάσει και τα παιδιά της, για να κάνει τον Ιάσονα να πονέσει. Τα έπνιξε όλα με τα ίδια της τα χέρια! Αφού, λοιπόν, σκότωσε τα παιδιά της η Μήδεια, φόρτωσε τα πτώματά τους σ’ ένα κάρο, που το έσερναν δυο μεγάλα δυνατά φίδια - δώρο του θεού Ήλιου - και ηνίοχός του ήταν ένας υποχθόνιος δαίμονας, ο Οίστρος, δηλαδή η «μανία» που έχει σαν μαλλιά φίδια. Στη συνέχεια τα έφερε στην ιερή περιοχή της Βουνίας Ήρας. όπου ήταν ιέρεια. και εκεί τα έθαψε με τα ίδια της τα χέρια, για να μπορέσουν, έτσι, μελλοντικά να συμμετέχουν και αυτά στη μυστική λατρεία της θεάς.

Έπειτα, προφήτεψε το τέλος της ζωής του Ιάσονα: θα ερχόταν εκεί όπου αυτός είχε αφιερώσει στο θεό την Αργώ. Και πραγματικά, πικραμένος από τη συμπεριφορά της Μήδειας, μετανιωμένος για την επιπολαιότητά του και την αγνωμοσύνη του και κατάκοπος από τα βάσανά του, πήγε κάποια μέρα να δει ό,τι πια του έμεινε ζωντανό που αγαπούσε. Οι γονείς του είχαν ήδη πεθάνει, ο μικρότερός του αδερφός ήταν ήδη σκοτωμένος από το θείο του Πελία, όταν αυτός επέστρεψε από την Κολχίδα, η γυναίκα του Γλαυκή και ο πεθερός του πέθαναν με τον πιο φριχτό θάνατο, όπως επίσης και τα παιδιά του, από το χέρι της προηγούμενης γυναίκας του, η οποία, για να τον εκδικηθεί, έφτασε στα όρια της παραφροσύνης. Τώρα πια δεν του έμεινε κανένα αποκούμπι, παρά μονάχα η Αργώ, το καράβι που το ένιωθε αναπόσπαστο κομμάτι από τη ζωή του, συνέχεια του εαυτού του.

Μέσα στην άγρια μοναξιά του, η μόνη του παρηγοριά ήταν αυτό· μιλούσε μαζί του, του διηγούταν τα βάσανά του, την αβάσταχτη ζωή του που χωρίς νόημα κουβαλούσε, σαν ένα σακί με άχρηστα αντικείμενα. Ήταν ένας ξεπεσμένος ήρωας, αποδιωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, από τ’ ανεπανόρθωτα λάθη του, που τον εξόρισαν οριστικά από το όμορφο βασίλειο της ευτυχίας. Πώς έμοιαζε η μοίρα του με εκείνη του καραβιού! Το ασύγκριτο θαύμα της τεχνολογίας, το πιο ελαφρύ, στέρεο και γρήγορο σκαρί, που πρώτο πέρασε τις Συμπληγάδες, το φόβο και τον τρόμο των ναυτικών, και έφερε στην Ελλάδα το Χρυσόμαλλο Δέρας, κείτονταν παροπλισμένο, άχρηστο, μακριά από το φυσικό του χώρο, και σάπιζε. Έτσι και ο ίδιος ένιωθε, άχρηστος, να σαπίζει. Τι και αν η Μήδεια τον ξανάνιωσε; Με τις πράξεις της τον ξαναγέρασε.

Κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, ένιωσε τόσο κουρασμένος, που δεν άντεξε· ξάπλωσε στον ίσκιο του καραβιού. Εκεί λοιπόν, στο ναό του Ποσειδώνα στον Ισθμό, όπου αφιέρωσε την αγάπη της ζωής του που ποτέ δεν τον πρόδωσε μ’ όσα λάθη και αν αυτός έκανε, τον βρήκε ο θάνατος, καθώς ένα δοκάρι του καραβιού τον χτύπησε στο κεφάλι. Το όνομά του φέρει ο αστεροειδής αρ. 6063.

Η Μήδεια, ωστόσο, δεν άργησε στη θέση ενός πεθαμένου της έρωτα ν’ αφήσει ν’ αναστηθεί ένας καινούριος: ο Αιγέας, βασιλιάς της Αθήνας, στο δρόμο του από το μαντείο των Δελφών προς τον Πιτθέα της Τροιζήνας, συνάντησε τη Μήδεια και τη ζήτησε σε γάμο. Από το γάμο της με τον Αιγέα απέκτησε ένα γιο, τον Μήδο. Η Μήδεια έζησε με τον Αιγέα γαλήνια και ευτυχισμένα μέχρι που ήρθε στην Αθήνα ο Θησέας και πήρε την εξουσία. Δεν προσπάθησε, παρόλο που μπορούσε, να εμποδίσει το φιλόδοξο νέο να πάρει το θρόνο: πήρε το γιο της και έφυγε στην Ασία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και έζησε για πάντα, αφού ήταν αθάνατη. Από τη γενιά της γεννήθηκε το έθνος των Μήδων και το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 212.

2001-10-14 11:36:54