Η Αργοναυτική Εκστρατεία (Μέρος 5ο)

Οι Αργοναύτες έφυγαν από τη χώρα του Φινέα, ευχαριστώντας τον για τις συμβουλές που τους είχε δώσει. Δεν ους τρόμαζε πλέον το άγνωστο και το αβέβαιο, γιατί ήξεραν τι θέλουν και, προπάντων, κάτεχαν τον τρόπο για να το πετύχουν. Η Αθηνά, σ’ αυτή την κρίσιμη φάση του ταξιδιού τους, έκανε την εμφάνισή της και με λόγια ενθαρρυντικά προσπάθησε να τους εγκαρδιώσει. Αλλά και η Ήρα, που απεχθανόταν τον Πελία και συμπαθούσε τον Ιάσονα, τους έστειλε με τη γαλανομάτα θεά το μαντάτο ότι θα έχουν τη συμπαράστασή της. Η Αργώ άρχισε πάλι να γλιστρά στα γαλανά νερά της Προποντίδας, καθώς ούριος άνεμος την έσπρωχνε, φουσκώνοντας τα πανιά, που ύφανε τ’ αλάνθαστο χέρι της σοφής θεάς Αθηνάς.

Οι Αργοναύτες, φτάνοντας στο λεγόμενο Ground Zero και ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Φινέα, άφησαν ένα λευκό περιστέρι να πετάξει ανάμεσα στο στενό· το πουλί κατάφερε να περάσει το Βόσπορο, αν και την ώρα που έκλειναν οι πέτρες άγγιξαν ελαφρά την ουρά του και μάδησαν μερικά από τα φτερά του που οι ήρωες, όπως τους συμβούλεψε ο μάντης, κράτησαν και πήραν μαζί τους. Βρίσκοντας κατάλληλη την ευκαιρία, όταν οι βράχοι άρχισαν να ξαναπομακρύνονται, ο τιμονιέρης Τίφης κράτησε ολόισια το τιμόνι και οι κωπηλάτες έπεσαν μ’ όλη τους τη δύναμη στα κουπιά, για να προλάβουν να περάσουν, προτού αυτοί αρχίσουν να ξανασμίγουν. Η Αργώ πέταξε σαν ορμητικό δελφίνι και κατάφερε να περάσει σχεδόν σώα και αβλαβής, με τη βοήθεια της Ήρας. Όπως είχανε μαδήσει λίγα φτερά της ουράς του περιστεριού, έτσι και από το θρυλικό καράβι είχε αποκοπεί μονάχα η τελευταία άκρη από το ξύλο του καταστρώματος της πρύμνης.  

Η χαρά των ατρόμητων παλικαριών ήταν απερίγραπτη: πέτυχαν το ακατόρθωτο. Με το θάρρος και την αυτοπεποίθησή τους νίκησαν την ανίκητη φύση. Οι κινητοί βράχοι - τα σύνορα, τότε, ανάμεσα στο δυνατό και αδύνατο, στην πραγματικότητα και το όνειρο - αποτελούσαν συνάμα και το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στον επάνω κόσμο των ζωντανών και τον Κάτω Κόσμο των νεκρών. Περνώντας λοιπόν οι ήρωες τις Συμπληγάδες Πέτρες, ήταν σαν να περνούσαν από το χώρο της πραγματικότητας στο χώρο του υπερπέραν. Κάτι πρωτοφανές και πρωτάκουστο! Άνοιγαν μια καινούρια σελίδα στην ανθρώπινη ιστορία. Έδιναν ένα καινούριο νόημα στα πράγματα του κόσμου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι Πέτρες, σαν από θαύμα, σταμάτησαν ν’ ανοιγοκλείνουν και έμειναν ασάλευτες, επιτρέποντας την πρόσβαση και σε μελλοντικούς ταξιδιώτες. 

Τα είχαν καταφέρει να μπουν στον Εύξεινο Πόντο. Μα ο Φινέας τους είπε ότι μετά από τους γαλάζιους βράχους έπρεπε να περάσουν μια μαύρη πέτρα κι έπειτα να φτάσουν στα βουνά του Αχέροντα (Αχερόντια όρη). Ένα ανώμαλο μονοπάτι οδηγούσε, από τα βουνά αυτά, στον Άδη. Όπως είναι γνωστό, ο Αχέροντας ποταμός είχε τις εκβολές του στον Άδη. Συνεχίζοντας το ταξίδι βγήκαν από το στενό και ένα απέραντο πέλαγος ξανοιγόταν μπροστά τους, μια θάλασσα βαθιά, που η επιφάνειά της έφτανε ως τον απόμακρο ορίζοντα. Ωστόσο αρμένιζαν σ’ αυτήν ακίνδυνα τα καράβια. Δεν έμοιαζε καθόλου με το τρομερό στενό. Γι’ αυτό οι άνθρωποι την ονόμαζαν «Εύξεινο Πόντο», δηλαδή «φιλόξενη θάλασσα».

Παραπλέοντας στις ακτές αυτής της θάλασσας, με κατεύθυνση προς τα ανατολικά, έφτασαν στη χώρα των Μαριανδυνών, όπου βασίλευε ο Λύκος, που τους υποδέχτηκε φιλόξενα. Δυστυχώς όμως εκεί το πλήρωμα λιγόστεψε κατά δυο άνδρες· έχασαν το μάντη Ίδμονα, που τον τραυμάτισε θανάσιμα ένα αγριογούρουνο, και τον κυβερνήτη του πλοίου Τίφη, που πέθανε από μια αρρώστια που ούτε ο Ασκληπιός δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Τη θέση του Τίφη πήρε ο Αγκαίος, που πρωτύτερα ήταν ο πρώτος κωπηλάτης. Ύστερα ήρθαν κατά τα ξημερώματα στο εγκαταλειμμένο νησί Θηνιάς, που βρίσκεται εκεί όπου συνορεύει η Βιθυνία με τη χώρα των Μαριανδυνών. Στο νησί αυτό συνάντησαν τον Απόλλωνα, που στο αριστερό του χέρι κρατούσε το ασημένιο του τόξο και στην πλάτη του κρεμόταν από το δεξή του ώμο η φαρέτρα. 

Τα ξανθά του μαλλιά ανέμιζαν στον αέρα καθώς έτρεχε, κάνοντας ολόκληρο το νησί να σειέται συθέμελα. Όλοι τους δοκίμασαν μια αμήχανη έκπληξη και κανένας δεν τολμούσε να κοιτάξει το θεό στα μάτια. Έσκυψαν κοιτάζοντας το έδαφος και δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Και μόνο όταν ο θεός πέρασε, πάνω από τη θάλασσα, ψηλά στον αέρα, ο Ορφέας ξαναβρήκε τη μιλιά του και είπε στους συντρόφους του: «Ας αφιερώσουμε τούτο το νησί, σαν ιερό, στον Ηώο Απόλλωνα, αφού φανερώθηκε σ' όλους μας την αυγή. Ας θυσιάσουμε σ’ αυτόν ό,τι υπάρχει εδώ και ας χτίσουμε ένα βωμό σε κάποια προέκταση της ακτής. Κι αν μας χαρίσει ευτυχισμένη επιστροφή, θα του προσφέρουμε πλούσιες θυσίες με κατσίκια. Τώρα ας του προσφέρουμε λίπος και ποτά. Κι ας είσαι ευσπλαχνικός, θεέ, ας είσαι ευσπλαχνικός σ’ όσους φανερώθηκες!».

2001-08-24 10:15:26